Γεννηθήκαμε σε έναν κόσμο όπου ο David Lynch έπλεκε εφιαλτικές εικόνες στο Eraserhead κι εμείς ταυτόχρονα ξεκαρδιζόμασταν με τον Θανάση Βέγγο και κλαίγαμε μαζί του αφού ήταν άκρως συγκινητική η ακινησία του! Μεγαλώσαμε με ένα πόδι στον σουρεαλισμό και το άλλο στο ελληνικό κιτς. Ακούσαμε τον Michael Jackson να φέρνει την επανάσταση στο Thriller, ενώ δίπλα μας στα σπίτια έπαιζε ο Στέλιος Καζαντζίδης στο γραμμόφωνο της θείας. Παίξαμε με Game Boy που έτρεχε Super Mario Land, ενώ στα περίπτερα δεκάδες οι ουρές για το νέο τεύχος του Μικρού Ήρωα. Είχαμε τα Playmobil, αλλά και τα πλαστικά στρατιωτάκια που πουλούσαν στα πανηγύρια. Φάγαμε το ψωμί με τη Μερέντα που άλειφε η γιαγιά μας, αλλά και το Toaster Strudel που βλέπαμε στις αμερικανικές σειρές. Ήμασταν τα παιδιά που έβλεπαν Εικόνες του Χαρδαβέλλα, ενώ αμέσως μετά παίζαμε Πόλεμο στο πεζοδρόμιο.
μεγαλώσαμε βλέποντας τους πάντες να τρέχουν, είτε πίσω από ένα όνειρο είτε πίσω από το λεωφορείο.
Η τηλεόρασή μας έδειχνε τον μαυρόασπρο Καραγκιόζη του Σπαθάρη και την ίδια στιγμή έμπαιναν στο σπίτι οι Power Rangers με τα έντονα φώτα και τους εξωγήινους. Μεγαλώσαμε με την Οδύσσεια του Διαστήματος και τον Μπακαλόγατο. Είδαμε το Twin Peaks και το Ρετιρέ. Ο Lynch μάς έμαθε ότι ο καφές είναι “damn good”, και ο μπαμπάς τον απολάμβαναμε στο φλυτζάνι που γέμιζε μερακλίδικα η μαμά μας. Ζήσαμε στο όριο ανάμεσα στο φανταστικό και το γήινο, στο περίπλοκο και το απλοϊκό, και όλα αυτά μαζί έφτιαξαν μια γενιά που αγαπά τις αντιθέσεις. Μια γενιά που ξέρει να βλέπει όνειρα μέσα από τηλεοράσεις με κεραία που τρεμοπαίζει.
Ήμασταν η γενιά που έβλεπε τον Ζαν Κλοντ Βαν Νταμ να διαλύει τον κόσμο με τα σπαγκαριστά του λακτίσματα, ενώ κάπου στο βάθος ακουγόταν μία φωνή από ταινία του Γκουσγκούνη να λέει: “Σας παρακαλώ, μη χτυπάτε το πρόσωπο, έχω κι άλλες σκηνές μετά.” Παρακολουθούσαμε το X-Files και μετά ψάχναμε UFO στο χωράφι στο χωριό της γιαγιάς. Όμως εκεί, στη γωνία, περίμενε ο Μπλεκ, που ξεφύλλιζες στα διαλείμματα του σχολείου και το έκρυβες στην τσάντα για να μη σε μαλώσει η δασκάλα. Μεγαλώσαμε με το Μικρό σπίτι στο λιβάδι και ταυτόχρονα ήμασταν οι ίδιοι που γελάγαμε με τα Χτυποκάρδια στο θρανίο και λίγο μετά ξεμέναμε στο σαλόνι με τον Εξολοθρευτή να λέει “I’ll be back. Ηχογραφούσαμε κασέτες με τους Nirvana και δίπλα οι θείες μας σιγοψιθύριζαν τη Λιλιπούπολη. Ακούσαμε τον Χατζιδάκι από το ραδιόφωνο και τον Κώστα Βουτσά να φωνάζει “Κα-τί-να, σαλαμάκι!” Είδαμε το Jurassic Park και τρέξαμε να βρούμε δεινόσαυρους στις κασέτες του National Geographic. Και μετά, οι παππούδες μάς έβαλαν να δούμε τη Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο, μπας και μάθουμε “τι σημαίνει αληθινή ζωή”. Φάγαμε τα Cheetos μέχρι τα δάχτυλά μας να γίνουν πορτοκαλί, αλλά μετά η μαμά έφερνε τηγανητά κεφτεδάκια στο τάπερ. Βλέπαμε τον Σταλόνε στον θερινό και τρώγαμε καρπούζι με τυρί στη βεράντα.
μια γενιά που ξέρει να βλέπει όνειρα μέσα από τηλεοράσεις με κεραία που τρεμοπαίζει!
Ήμασταν αυτοί που παίξαμε Doom στα πρώτα PC, αλλά και το Super Mario στο σαλόνι. Που στήσαμε κεραίες για να πιάσουμε το Sky Channel και καταλήξαμε να βλέπουμε τον Ροζ πάνθηρα στον Alpha. Μια γενιά που έμαθε να ζει με τις αντιθέσεις της. Και ίσως γι’ αυτό, όταν ακούμε τον Ψάλτη να φωνάζει “Κούλα πολύ κωλόπαιδο ο Κυριάκος” και τους Pink Floyd να παίζουν στο κασετόφωνο του μυαλού μας, ξέρουμε ότι όλα αυτά μάς ανήκουν. Είμαστε κομμάτι τους. Ήμασταν αυτοί που είδαμε τον Μαραντόνα να σηκώνει την κούπα στο Μουντιάλ του ’86, ενώ εμείς κλωτσούσαμε ξεφούσκωτες μπάλες στα χωματόδρομα της γειτονιάς και λέγαμε πως είμαστε ο Ζήκος ή ο Μπατίστα. Είχαμε την αγωνία να φτιάξουμε την κασέτα με στυλό Bic αλλά και τη χαρά του να βλέπουμε τον Θανάση Βέγγο να τρέχει σαν αστραπή στις ελληνικές ταινίες. Μάθαμε τη λέξη “σουρεαλισμός” από τον Λιντς και το Blue Velvet, αλλά και “ομορφάντρα μου” από τον Κωνσταντάρα.
Ακούγαμε το Smells Like Teen Spirit και γράφαμε στις κασετίνες στίχους τους, ενώ ο παππούς τα καλοκαίρια έβαζε στο κασετόφωνο Τσιτσάνη και τραγουδούσε μαζί μας. Ήμασταν τα παιδιά που αναρωτιόμασταν αν υπάρχει ζωή στον Άρη βλέποντας το Contact, αλλά είχαμε κι έναν θείο που έλεγε ότι “στον πλανήτη Ψυχικό ζούνε εξωγήινοι”. Παραγγείλαμε την πρώτη μας πίτσα Special από φυλλάδιο και την τρώγαμε με Pepsi, αλλά πριν, κάθε μεσημέρι, τρώγαμε λαδερό με το ζόρι γιατί “θα σου δώσει δύναμη, παιδάκι μου.” Βλέπαμε το Βασικό Ένστικτο κρυφά στις βιντεοκασέτες, αλλά γελούσαμε δυνατά όταν έπεφτε το σεντόνι στον Ραν Ταν Πλαν. Η γενιά που έβλεπε Ρόκι 4 και ξεσήκωνε το soundtrack, αλλά το έλιωνε και με τα Λάχανα και Χάχανα στο σχολείο. Είχαμε το πρώτο Walkman, αλλά και μια σακούλα γεμάτη 45άρια βινύλια στο σπίτι του παππού. Πήγαμε να δούμε το Matrix στον κινηματογράφο, αλλά ακόμα παίζαμε Tetris στο γκρι Game Boy και γελούσαμε με τα Κουφώματα του Γιάννη Ζουγανέλη. Ζήσαμε στην εποχή που το internet έκανε τα πρώτα του βήματα, αλλά γράφαμε ακόμα ραβασάκια σε χαρτάκια και τα πετάγαμε στην τάξη. Φτιάχναμε με Paint pixelάτες καρδούλες στους υπολογιστές του σχολείου, αλλά οι καυγάδες μας λύνονταν πάντα σε μια παρτίδα Subbuteo.
κάθε μεσημέρι, τρώγαμε λαδερό με το ζόρι γιατί “θα σου δώσει δύναμη, παιδάκι μου.”
Είμαστε οι ίδιοι που γελάσαμε με κρύα ανέκδοτα, αλλά είδαμε τον Κούντερα να μας μιλάει για το Αστείο και ρίξαμε μια ματιά στον κόσμο μέσα από τα μάτια του Μπέργκμαν. Ήμασταν τα παιδιά που περνούσαν ώρες παίζοντας στην Amiga 500 το Prince of Persia, αλλά όταν χτυπούσε η πόρτα, τρέχαμε με τα Σπορτέξ στην αυλή για να παίξουμε κρυφτό μέχρι να σκοτεινιάσει. Ζήσαμε την εποχή που τα βιντεοκλάμπ έδιναν ζωή στις νύχτες μας με ταινίες όπως το Back to the Future, αλλά την ίδια ώρα οι γονείς μας έβλεπαν φανατικά τον Γλάρο Ιωνάθαν στην κρατική τηλεόραση. Είχαμε το πρώτο μας Walkman, αλλά μέσα έπαιζε μια κασέτα που έγραφε από τη μια Metallica και από την άλλη Βίσση. Φτιάχναμε τα πρώτα μας e-mail σε hotmail, αλλά ακόμα κρατούσαμε σημειωματάρια για να γράφουμε τηλέφωνα, γιατί “ποτέ δεν ξέρεις”. Ζούσαμε σε έναν κόσμο που το MS-DOS έδειχνε τον δρόμο προς το μέλλον, αλλά δίπλα μας ο παππούς έγραφε τις λίστες του με καρμπόν και στυλό.
Μαζεύαμε φιγούρες He-Man, αλλά οι γιαγιάδες μας κεντούσαν μαξιλάρια που έγραφαν “Ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται”. Βλέπαμε τα Teenage Mutant Ninja Turtles, αλλά περιμέναμε πώς και πώς το καλοκαίρι για να παίξουμε γκρινιάρη με τα ξαδέρφια μας κάτω από το πεύκο. Είχαμε ερωτευτεί τη Μισέλ Πφάιφερ στο Batman Returns, αλλά ήμασταν σίγουροι ότι η δασκάλα μας στην έκτη δημοτικού ήταν ακόμα πιο όμορφη. Μεγαλώσαμε με τις πρώτες ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές, αλλά κρατήσαμε άλμπουμ με φωτογραφίες που τράβηξε ο μπαμπάς μας με εκείνη τη Zenit που μύριζε νοσταλγία. Κατεβάζαμε τραγούδια από το Napster, αλλά ακόμα τραγουδούσαμε τη διαφήμιση του Carnation στο μπάνιο. Κάναμε σχέδια στο Paintbrush του Windows 3.1, αλλά όταν ερχόταν ο χειμώνας, οι γιαγιάδες μας έβγαζαν τα ξύλα για το τζάκι, κι εμείς καθόμασταν δίπλα στη φωτιά και ακούγαμε ιστορίες για το χωριό. Ήμασταν αυτοί που παίζαμε Bubble Bubble στον υπολογιστή, αλλά και Τελίτσες με στυλό Bic εν ώρα μαθήματος.
είχαμε το πρώτο μας Walkman, αλλά μέσα έπαιζε μια κασέτα που έγραφε από τη μια Metallica και από την άλλη Βίσση.
Είδαμε το Jurassic Park να φέρνει τη φαντασία στη ζωή μας, αλλά ταυτόχρονα ξέραμε ότι το παγωτό ΕΒΓΑ από το περίπτερο ήταν το καλύτερο δώρο του καλοκαιριού. Και μεγαλώσαμε κάπου ανάμεσα στον κόσμο της ψηφιακής επανάστασης και στο άρωμα του ελληνικού καλοκαιριού. Γιατί, τελικά, είμαστε η γενιά που έμαθε να αγαπάει το παρελθόν της όσο λαχταρούσε το μέλλον. Και γι’ αυτό είμαστε ακόμα εδώ, να γελάμε, να κλαίμε και να ζούμε με τις αντιθέσεις μας. Ήμασταν τα παιδιά που ξυπνούσαμε νωρίς το Σαββατοκύριακο για να δούμε τον Ροζ Πάνθηρα να περπατάει με εκείνο το χαλαρό του στυλ, αλλά τις Κυριακές το απόγευμα ο μπαμπάς μας έπαιρνε από το χέρι για να δούμε τον Σαμψών να κάνει τα μαγικά του στο Θησείο. Παρακολουθούσαμε Thundercats και φωνάζαμε “Thunder, Thunder, Thundercats, Hoooo!” με την ίδια ένταση που οι μανάδες μας φώναζαν από το μπαλκόνι “Φάε όλο το φαγητό σου, παιδί μου!” Ήμασταν τα παιδιά που γελούσαν με τα Στρουμφάκια, ενώ οι μεγάλοι μιλούσαν για την πολιτική με τη φράση “Πάλι τα στρουμφάκια κυβερνάνε, ε;”
Ονειρευόμασταν το Yugo, το μικρό αυτοκίνητο που φαινόταν να χωράει όλο τον κόσμο, και κάναμε ταξίδια με τη φαντασία μας, ακόμα κι αν το μόνο που είχαμε ήταν ένα πλαστικό πατίνι που τριζοβολούσε στον δρόμο. Όμως, αν μας ρωτούσες, το καλύτερο ταξίδι ήταν αυτό που κάναμε μέσα από τις διαφημίσεις του Playboy, που κρυφοκοιτάζαμε στις βιτρίνες των περιπτέρων, ενώ τρώγαμε μια σοκοφρέτα στο χέρι. Ήμασταν εκείνοι που θυμόμασταν τον χαρακτηριστικό ήχο της ΕΡΤ με τα πρόβατα όταν ξεκινούσε το πρόγραμμα, ένα απαλό ξύπνημα που έμοιαζε με καλημέρα από το χωριό. Φάγαμε γεύματα απλά, με ντομάτες που μύριζαν καλοκαίρι και ψωμί που έκοβε ο μπαμπάς με το χέρι, αλλά το βράδυ παρακολουθούσαμε τα φώτα της πόλης να μοιάζουν με κάτι μαγικό, σαν σκηνικό από το Blade Runner. Ζούσαμε ανάμεσα στην απλότητα της γειτονιάς και τη φαντασία των ταινιών που έρχονταν από μακριά.
Και ίσως, μεγαλώνοντας με όλα αυτά τα μικρά και μεγάλα θαύματα, να μάθαμε να ζούμε ανάμεσα στο καθημερινό και το μαγικό. Να είμαστε αυτοί που θαυμάζουν τις αντιθέσεις και τις αγκαλιάζουν, όπως ο Ροζ Πάνθηρας περπατάει χαλαρά ανάμεσα στο χθες και το αύριο.
