Επισκέφθηκα λίγες ημέρες πριν τελειώσει, την έκθεση “Το Όνειρο του Τάτλιν. Ουτοπίες. Η Αιώνια Επιστροφή” που φιλοξενήθηκε στο Ωδείο Αθηνών, και πέρασα εκεί κάποιες ώρες που ανέστρεψαν την αντίληψή μου για το τι σημαίνει «ουτοπία» στις μέρες μας. Δεν ήταν απλώς μια συνηθισμένη ομαδική έκθεση, ήταν κάτι σαν μια διερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής, μέσα από τα έργα και τους χώρους που αναδύονται σε ένα κτήριο το ίδιο “ουτοπικό”.
Ο κύριος Δημήτρης Τρίκας, ο επιμελητής της έκθεσης, κατανόησε από την αρχή ότι το Ωδείο Αθηνών δεν ήταν απλώς ένας χώρος διαμονής των έργων, αλλά ένας αληθινός ήρωας της αφήγησης. Ενώ ανέβαινα τα σκαλιά του κτηρίου – εκείνα τα περίφημα σκαλιά που ο αρχιτέκτονας Ιωάννης Δεσποτόπουλος (ο μόνος Έλληνας που σπούδασε στη Βαϊμάρη την εποχή του Μπάουχάους, σε άμεση επαφή με τον Βάλτερ Γκρόπιους) σχεδίασε με ακρίβεια – ένιωσα ότι βαδίζω προς μια ατέλειωτη ουτοπία. Το κτήριο, σχεδιασμένο το 1959 (έναρξη εργασιών το 1968, διακοπή το 1975) ήταν ένα μέρος ενός μεγαλεπήβολου σχεδίου, όμως αντιδράσεις και διαδοχικά διοικητικά/χρηματοδοτικά εμπόδια άφησαν το συγκρότημα ημιτελές για δεκαετίες. Ήταν, με άλλα λόγια, το ίδιο το Ωδείο ένα μνημείο μιας ουτοπίας που δεν εκπληρώθηκε και αυτό σκόπιμα, ο Τρίκας το αναγνώρισε.
Ο Δεσποτόπουλος, είχε όραμα μια ολοκληρωμένη πολιτιστική πόλη-σμήνος (πολυκεντρικό masterplan). Αντί αυτού συνέβη μια άλλη ιστορία: ραγδαία μεταπολεμική αστικοποίηση και ανοικοδόμηση που αλλοίωσε τον αρχικό οραματικό σχεδιασμό. Η πόλη που θα έπρεπε να γίνει δεν έγινε. Το Ωδείο Αθηνών—το μοναδικό υλοποιημένο τμήμα του σχεδίου του 1959—παραμένει εκεί ως ένα κρύσταλλο διαμαντιού και φαίνεται πως ο επιμελητής ήθελε να την γράψει ξανά αυτή την ιστορία, αλλά μέσα από τα θέματα της ουτοπίας.
Καθώς περιηγούμουν από έργο σε έργο, είδα κάποια που μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες, αλλά όλες συγκλίνουν στο ίδιο θέμα: την αναζήτηση ενός κόσμου διαφορετικού από αυτόν που έχουμε. Ένα έργο που με στάθμευσε και με συγκίνησε, ήταν η εγκατάσταση «Εύφλεκτο» της Γιούλας Χατζηγεωργίου — σύνθεση από καμένα σπίρτα που λειτουργεί ως ποιητικός υπαινιγμός για την αυτοκαταστροφή της εποχής μας.

Η φωτογραφική εγκατάσταση “A Zone to Defend” της Πηνελόπης Θωμαΐδη είχε ένα θετικό πρόσημο εντός της. Η εικόνα της διεκδίκησης γης, της άμυνας έναντι της οικολογικής καταστροφής. Το πρότζεκτ αφορά τη ZAD (Zone à défendre) στο Notre-Dame-des-Landes της Γαλλίας—κοινότητα που υπερασπίστηκε αγροτική/υγροτοπική γη ενάντια σε σχεδιαζόμενο αεροδρόμιο.Ένα έργο με έναν πολιτικό καρδιακό ρυθμό που χτυπά ακόμη.
Κατέβηκα στα έγκατα του Ωδείου Αθηνών για να δω το 20λεπτο βίντεο του Μπάμπη Βενετόπουλου με τίτλο “Πριν το τέλος“. Ο στενό-χωρος, χώρος, ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικός ως χώρος προβολής. Στην οθόνη, ένας ανώνυμος άνθρωπος σκάβει ακούραστα μέσα σε ένα λασπωμένο τούνελ, προσπαθώντας να βρει ένα δρόμο στην ελευθερία. Ένιωσα τον Σύσιφο να σπρώχνει τον βράχο του. Ο ανθρωπάκος στη λάσπη ήταν αλληγορία της ανθρώπινης επιμονής, ακόμα και όταν το ίδιο το εγχείρημα φαίνεται να είναι εξ αρχής ματαίωμα. Αυτή η επίμονη σκαψιά με την ιδέα ότι η ουτοπία επιμένει από ανάγκη, με τσάκισε.
Ανηφορίζοντας και πάλι στους επάνω ορόφους, αντιμετώπισα το έργο “Φόρμα-Ανάγνωση” (1977) του Δημήτρη Αληθεινού – μεταποιημένες κινεζικές προπαγανδιστικές αφίσες της περιόδου Μάο. Οι υβριδικές αυτές εικόνες, που παραπέμπουν σε ένα πολιτικό όραμα το οποίο εκφυλίστηκε σε τραγωδίες ολοκληρωτικών καθεστώτων, μου φάνηκαν σαν κενές σημάνσεις που προσδοκούν νέο νόημα.

Το πρότζεκτ Patent(a) του Στρατή Βογιατζή, συν-δημιουργημένο με κρατουμένους 15 εθνικοτήτων στη Φυλακή Χίου (2022–2023), παρουσιάζει ένα αρχείο από “πατέντες”/DIY κατασκευές μαζί με φωτογραφίες, σχέδια, κείμενα και κολάζ. Με συγκίνησε γιατί τον καιρό που βρισκόταν Χίο να το υλοποιήσει, ζούσα κι εγώ για ένα δικό μου εθνογραφικό πρότζεκτ (Chiography Project) κι έτσι έζησα από κοντά διάφορα πράγματα που μου έλεγε και μου έδειχνε ο ίδιος ο δημιουργός. Η ουτοπία ως όραμα δικαιοσύνης που μας φεύγει. Αυτό ένιωσα.
Η φίλη φωτογράφος Ελένη Μουζακίτη συμμετέχει στην έκθεση με τη φωτογραφική σειρά Paradise on Earth. Η σειρά εξερευνά το Prora στη Ρύγκεν—ένα παραθεριστικό συγκρότημα που σχεδιάστηκε από την ναζιστική KdF για μαζικές διακοπές—και διαλέγεται με τον ρομαντικό τόπο του Caspar David Friedrich. Μέσα από αυτή τη συνάντηση ιστορίας και μνήμης, η Μουζακίτη φωτίζει πώς το ιδανικό της ουτοπίας συχνά κουβαλά τα σπέρματα της δυστοπίας όταν γίνεται όχημα ιδεολογικής επιβολής. Το έργο δημιουργεί μέσα από τη φωτογραφία ένα διάλογο ανάμεσα στο ιστορικό βάρος και το ανεκπλήρωτο όνειρο μιας ουτοπίας που φέρει μέσα της την αντίφαση ανάμεσα στην επιθυμία για ιδανικό και την τραγική πραγματικότητα.
«Το Όνειρο του Τάτλιν» μου χάρισε μία άλλη διάσταση σκεπτικισμού αλλά και ιστορικής αυτοσυνείδησης, που με γοήτευσε ιδιαίτερα στην περιήγησή μου. Εντυπωσιακό ήταν ότι, παρά την πολυφωνία των μέσων – ζωγραφική, γλυπτική, φωτογραφία, βίντεο, περφόρμανς – και παρά τον μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων καλλιτεχνών, η έκθεση δεν καταλήγει σε ένα χάος. Αντίθετα, ένα σκληρό νήμα συνάφειας διαπερνά όλα τα έργα: η αναζήτηση ενός καλύτερου κόσμου. Κάποιοι καλλιτέχνες το κάνουν με αισιοδοξία· άλλοι με απόγνωση· άλλοι ακόμα με χιούμορ. Ο Τρίκας χρησιμοποίησε ένα πολυφωνικό αφήγημα, κάπως όπως ένα κοντσέρτο που οι φωνές εναλλάσσονται αλλά συγκλίνουν σε ένα κοινό μότο.

Κατά την περιήγησή μας, πληροφορήθηκα ότι η έκθεση συνοδεύεται από ένα εκτεταμένο δημόσιο πρόγραμμα με ομιλίες, performances και καλλιτεχνικές δράσεις. Ήταν λοιπόν περισσότερο από μια στατική έκθεση – ήταν ένα ζωντανό φόρουμ. Αναρωτήθηκα πόσες ελληνικές εκθέσεις προσπαθούν να κάνουν κάτι τέτοιο: να κάνουν την τέχνη δημόσιας συζήτησης, ένα μέσο που συγχέει την ιστορία, τον πολιτισμό, τη φιλοσοφία και την κοινωνική δράση.
Καθώς έφευγα από το Ωδείο, είδα νεαρά παιδιά που έκαναν skateboard στο πεζοδρόμιο, ενώ στα αυτιά μου υπήρχαν ακόμα οι ήχοι από τους διαδρόμους -από φαινόμενα μουσικής χοροδράματος- των σπουδαστών. Η έκθεση δεν έκλεισε τις πόρτες ενός ιδεατού κόσμου, αντίθετα, άνοιξε διεξόδους. Ο Ντεριντά έχει γράψει για μια ελευσόμενη (πάντοτε ερχόμενη) δημοκρατία—εκείνη που έρχεται αλλά δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Αυτό νομίζω ήταν το πραγματικό όνειρο που ο Τρίκας προσπάθησε να σημάνει: ότι η ουτοπία δεν είναι προορισμός, αλλά κίνηση, κατεύθυνση, ένας τόνος της ψυχής.
Ξεχωριστή θέση είχαν και οι ίδιες οι ξεναγήσεις του επιμελητή. Κάθε Τετάρτη και Παρασκευή στις 18:00, με σημείο συνάντησης το Peristylion Café του Ωδείου, ο Τρίκας δεν «εξηγούσε» απλώς· είχε τον τρόπο να υφαίνει μια διαδρομή ανάμεσα στις ουτοπίες των έργων και στην ίδια την «ουτοπική» αρχιτεκτονική του κτηρίου, ανοίγοντας τον λόγο στο κοινό. Στην ξενάγηση που παρακολούθησα, ο ρυθμός ήταν διαλογικός, με στάσεις που έδεναν ιστορία, πολιτική και προσωπικές μαρτυρίες των δημιουργών—γι’ αυτό και η έκθεση λειτούργησε ως ζωντανό φόρουμ περισσότερο παρά ως στατική παρουσίαση.
σημείωση: σαφώς και δεν μπορούσα να αναφερθώ σε όλα τα έργα.
Επιμέλεια: Δημήτρης Τρίκας
Διοργάνωση: ΑΜΚΕ ΡΙΖΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Συμμετέχοντες καλλιτέχνες/ιδες: Δημήτρης Αληθεινός, Δημήτρης Αμελαδιώτης, Φίλιππος Βασιλείου, Κωστής Βελώνης, Μπάμπης Βενετόπουλος, Βασίλης Βλασταράς, Στρατής Βογιατζής, Αντώνης Βολανάκης, Βασίλης Γεροδήμος, Νίκος Γιαβρόπουλος, Γιάννης Γρηγοριάδης – Γιάννης Ισιδώρου, Σοφία Δαμουλή, Αναστασία Δούκα, Γιώργος Δρόσος, Κατερίνα Ζαφειροπούλου, Θόδωρος Ζαφειρόπουλος, Πηνελόπη Θωμαΐδη, Νάντια Καλαρά, Φωτεινή Καλλέ, Μπάμπης Καραλής, Αναστάσης Καρράς, Ζήσης Κοτιώνης – Μαριάνθη Ευθυμίου, Άλεξ Λουλούδης, Αρχιτέκτονες της Φάλαινας & Αλεξάνδρα Μπίσα & The Pokari Project, Ειρήνη Μαντινάου, Αναστάσης Μελέτης, Νίκος Μόσχος, Ελένη Μουζακίτη, Μάνια Μπενίση, Κατερίνα Μπότσαρη, Νουράκο, Μαρία Παπανικολάου, Ντάνα Παπαχρήστου, Πηνελόπη Πετσίνη- Νίκος Παναγιωτόπουλος, Νίκος Ποδιάς, Πάνος Προφήτης, Δημήτρης Ρεντούμης, Κύριλλος Σαρρής (1950-2024), Φανή Σοφολόγη, Μάριος Σπηλιόπουλος, Αθανασία Τσάτσου, Γιώργος Τσεριώνης, Αθανασία Τσοπαναργιά, Μάρω Φασουλή, Μάριος Φούρναρης, Γιούλα Χατζηγεωργίου, Μάριος Χατζηπροκοπίου – Αντώνης Αντωνίου (video editing), ce_lab (Χρήστος Χαρίσης- Ελένη Μολύβα), Κώστας Χριστόπουλος.
