Είναι Πέμπτη και βρίσκομαι στο συνοικιακό cafe. Βγάζω από την κίτρινη backpack την τελευταία ποιητική συλλογή του Γιώργου Δομιανού, σε επιμέλεια του Ευθύμη Φιλίππου, που κυκλοφόρησε από την ΚΑΠΑ εκδοτική με την υπέροχη αισθητική του βραβευμένου γραφίστα Ιωάννη Τσίγκα και αρχίζω παρέα με τον γλυκό καφέ μου να κάνω παρέα μαζί της.
Έχω αδυναμία στους ποιητές, που σε μορφοσυντακτικό επίπεδο, ο στίχος τους είναι ελεύθερος, χωρίς την παραδοσιακή ομοιοκαταληξία, με πυκνή φραστική οικονομία, εικόνες από το καθημερινό τίποτα —εμβολιασμό υπαρξιακού στοχασμού— με λίγα λόγια, μια γραφή, που ξέρει να αφήνει «αέρα» ανάμεσα στις λέξεις για να μπει ο αναγνώστης. Και μπαίνω!


«μια ολόκληρη ζωή / ρεπεράζ / για να βρούμε / πού θα σβήσουμε».
Εδώ, τέσσερις μόνο στίχοι, με την απροσδόκητη χρήση του όρου «ρεπεράζ» (από τη γλώσσα του κινηματογράφου, δηλ. ανίχνευση τοποθεσίας) αρκούν για να δώσουν μια φιλοσοφημένη εικόνα της ζωής ως διαρκούς προετοιμασίας για το τέλος.
Ο Δομιανός δουλεύει με κοφτές αναπνοές. Η φράση του δεν πλατειάζει∙ στήνει σκηνές με τρία αντικείμενα, δυο κινήσεις, ένα αγριογούρουνο και μια περόνη. Το λεξιλόγιο, γειωμένο—αλλά ύπουλα εφευρετικό—τραβάει από όπου βρει: γήπεδο, ζαχαροπλαστείο, έναν οδηγό στην Κατεχάκη, ή έναν τουρίστα που χορεύει συρτάκι και δε ζητά «μεγάλη ιδέα». Σπάνιο μέτρο για σύγχρονη ποίηση, όπου συνήθως η μεταφορά προηγείται του πράγματος. Εδώ προηγείται το πράγμα.

Ο Γιώργος δεν καμώνεται τον παρηγορητή∙ απλώς δείχνει τους αρμούς από όπου μπάζει. Κι όταν πετάει ένα «σημάδι» από το ποδόσφαιρο ή μια σκηνή από ένα τηλέφωνο που χτυπά στις 23:08, δεν κάνει φιγούρα. Αντιγράφει πιστά τη μηχανική της διάψευσης. Το σχεδόν-γκολ, τη σχεδόν-λέξη, το σχεδόν-σ’αγαπώ. Μου άρεσε ιδιαιτέρως η οικονομία του πόνου. Καμία σπατάλη: ούτε θρήνος, ούτε θεατρινισμός. Αντί γι’ αυτά, ξηρό χιούμορ — εκείνο το καυστικό που σ’ αφήνει να τα βγάλεις πέρα μόνος σου.

Εν τω μεταξύ, μου αρέσει πολύ που δεν κλείνει υποθέσεις· τις κρατά σε εκκρεμότητα, σαν να μας εκπαιδεύει να ζούμε με ανοιχτούς φακέλους. Αυτό δεν είναι μειονέκτημα. Είναι ηθική στάση σε εποχή που θέλει όλα να τακτοποιούνται με ένα emoji.
Εδώ λοιπόν, στην ΚΑΦΕΤΕΡΙΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ έχουμε ποιήματα που απογαλακτίζουν τον αναγνώστη από τη ρητορεία και τον επιστρέφουν στο στοιχειώδες — στο πώς στέκεται ένας άνθρωπος στην καρέκλα του, τι κάνει με το χέρι του όταν δεν ξέρει τι να πει, πώς υπομένει ένα απόγευμα που δεν υπόσχεται τίποτα. Ο Δομιανός δείχνει ότι το «λίγο» της ζωής, όταν ειπωθεί χωρίς στόμφο, είναι το μόνο που αντέχει. Για όποιον βαρέθηκε την κατασκευή συναισθήματος και προτιμά την παρατήρηση, το βιβλίο αυτό, είναι καθαρό, σκληρό, τίμιο — και, το σημαντικότερο, ακέραιο στον τρόπο που σέβεται τον πόνο χωρίς να τον εμπορεύεται.
Εύχομαι όμορφη πορεία στο νέο σου βιβλίο Γιώργο μου!

