μια ταινία για τη μεταμόρφωση: κριτική του Βαγγέλη Ευαγγελίου
Το Kill the Jockey του Luis Ortega δεν είναι απλώς μία ταινία για τον ιππόδρομο ή για έναν κατεστραμμένο αναβάτη. Είναι ένα ποιητικό ταξίδι στα όρια της ταυτότητας, μία σουρεαλιστική οδύσσεια μέσα στα σκοτεινά στενά του Μπουένος Άιρες, όπου το εγώ διαλύεται και ξαναγεννιέται σε μυστήριες μορφές. Ο Αργεντινός σκηνοθέτης δημιουργεί ένα φιλμ που συνδυάζει το noir με το θρίλερ, την κωμωδία με το δράμα, το υπερβατικό με το γήινο, καταφέρνοντας να δημιουργήσει ένα έργο που αναδύεται ως μία από τις πιο ενδιαφέρουσες queer ταινίες.
η φωτογραφία ως ποίηση:
Αν υπάρχει μία διάσταση που ανεβάζει το Kill the Jockey σε υψηλότερο επίπεδο, αυτή είναι η κινηματογράφηση του Timo Salminen. Ο Φινλανδός διευθυντής φωτογραφίας, μακροχρόνιος συνεργάτης του Aki Kaurismäki, φέρνει στην ταινία του Ortega την υπογραφή του: συμμετρικές συνθέσεις, κάδρα με γεωμετρική ακρίβεια, και μια παλέτα χρωμάτων που θυμίζει ταυτόχρονα τον Wes Anderson και τον Pedro Almodóvar. Κάθε πλάνο είναι σχεδιασμένο με την ακρίβεια ενός εκδοτικού editorial, με κορεσμένα χρώματα που μετατρέπουν την οθόνη σε ζωντανό καμβά.
Ο Salminen δεν, απλώς φωτογραφίζει—ποιεί. Η κάμερά του παραμένει συχνά στατική, deadpan στο ύφος της, δημιουργώντας ένα αίσθημα αποστασιοποίησης που υπηρετεί την σουρεαλιστική ατμόσφαιρα. Τα κάδρα φωτίζονται με τέτοια λεπτότητα που μοιάζουν με πίνακες του Edward Hopper, ενώ η νυχτερινή περιπλάνηση του πρωταγωνιστή στους δρόμους του Μπουένος Άιρες αποκτά μία ονειρική ποιότητα, σχεδόν Lynch-ιανή.

η σκηνοθεσία ως τόλμη:
Ο Luis Ortega επιδεικνύει σκηνοθετική τόλμη που συναρπάζει. Αρνείται να ακολουθήσει τις συμβάσεις του αφηγηματικού ρεαλισμού, επιλέγοντας αντ’ αυτού μία μορφή κινηματογράφου που βασίζεται στη διαίσθηση, στο συμβολισμό, στην ατέλειωτη μεταμόρφωση. Το σενάριο, που συνέγραψε μαζί με τους Rodolfo Palacios και Fabián Casas, εμπνέεται από το μυθιστόρημα του Jack London “The Star Rover” (1915), μία ιστορία για έναν φυλακισμένο που υπό βασανιστήρια ξεφεύγει από το σώμα του και βιώνει προηγούμενες ζωές. Αυτή η ιδέα της μετεμψύχωσης, της διαρκούς αναγέννησης, διαπερνά όλη την ταινία.
Η δομή της ταινίας είναι τριμερής. Στο πρώτο μέρος, συναντάμε τον Remo Manfredini (Nahuel Pérez Biscayart), έναν άλλοτε διάσημο αναβάτη που πνίγεται στα ναρκωτικά, το αλκοόλ και τις κακές αποφάσεις. Στο δεύτερο, μετά από ένα καταστροφικό ατύχημα στην πίστα, ο Remo εξαφανίζεται, μεταμφιεσμένος ως γυναίκα, και περιπλανιέται στην πόλη με το όνομα Dolores. Στο τρίτο, η ταινία εξελίσσεται σε ένα σουρεαλιστικό φινάλε που αφήνει τα πάντα ανοιχτά σε ερμηνείες.
τα θέματα / ταυτότητα, ελευθερία, μεταμόρφωση:
Το κεντρικό ερώτημα της ταινίας είναι απλό αλλά βαθιά υπαρξιακό: Ποιος είμαι; Ο Remo ρωτά την Abril (Úrsula Corberó), τη σύντροφό του που είναι επίσης αναβάτης και μάλιστα έγκυος, “Τι πρέπει να κάνω για να με αγαπήσεις ξανά;” Η απάντησή της είναι σαν κάποιο zen koan: “Πρέπει να πεθάνεις και να ξαναγεννηθείς“. Αυτή η πρόταση λειτουργεί ως μανιφέστο ολόκληρης της ταινίας.
Ο Ortega εξερευνά την ρευστότητα της ταυτότητας με τρόπο που ξεφεύγει από τις συμβάσεις. Μετά το ατύχημα, ο Remo δεν απλώς αλλάζει ρούχα—αλλάζει ταυτότητα, γίνεται η Dolores, μια μεταμόρφωση που δεν παρουσιάζεται ως απλή μεταμφίεση αλλά ως πραγματική rebirth. Η ταινία δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις για το αν ο Remo/Dolores είναι transgender, gender-fluid, ή απλώς ένας άνθρωπος που ψάχνει να δραπετεύσει από μία ζωή που τον καταστρέφει. Το σημαντικό είναι η ελευθερία που αναζητά—η ελευθερία να είσαι ο,τιδήποτε θέλεις, να αφήσεις πίσω όλα τα characters, όλες τις ταυτότητες που σε φυλακίζουν.
Σε μία συνέντευξη, ο ίδιος ο Ortega εξηγεί: “Κάθε χαρακτήρας είναι μία φυλακή. Ό,τι χαρακτήρα και να δημιουργήσεις, είσαι παγιδευμένος, φυλακισμένος μέσα στον ορισμό αυτού του χαρακτήρα. Για να βρεις την ελευθερία, πρέπει να σκοτώσεις όλους τους χαρακτήρες σου“. Αυτή η φιλοσοφία αντηχεί στο έργο του Jack London: όπως ο φυλακισμένος του “Star Rover” που βασανίζεται αλλά ανακαλύπτει ότι η αθανασία του δεν μπορεί να στραγγαλιστεί, έτσι και ο Remo ανακαλύπτει ότι η πραγματική του φύση είναι πολλαπλή, ρευστή, αέναα μεταβαλλόμενη.

η ποίηση μέσα στην ταινία:
Το Kill the Jockey είναι γεμάτο από στιγμές οπτικής ποίησης. Ο Ortega εμποτίζει την αφήγηση με σουρεαλιστικά στοιχεία που λειτουργούν ως μεταφορές: ένα κουνέλι μέσα σε φούρνο μικροκυμάτων, ένα μυρμήγκι που σκαρφαλώνει μέσα στο ρουθούνι ενός νεογέννητου, χαρακτήρες που αψηφούν τη βαρύτητα και περπατούν στους κάθετους τοίχους, ένα ιπποτικό marching band που περνάει από έρημους δρόμους. Ορισμένα από αυτά τα στοιχεία συμβολίζουν τη ρευστή ταυτότητα—όπως το μωρό που μυστηριωδώς αλλάζει χρώμα δέρματος, από λευκό σε μαύρο, χωρίς καμία εξήγηση.
Ιδιαίτερα συγκλονιστικές είναι οι δύο σκηνές χορού. Στην πρώτη, ο Remo και η Abril χορεύουν μαζί σαν “unhinged marionettes”, σαν φιγούρες από πίνακα του Dali που αποκτούν ζωή. Στη δεύτερη, η Abril και η Ana (Mariana Di Girólamo) χορεύουν πριν από έναν σημαντικό αγώνα, σε μία σκηνή γεμάτη ερωτισμό και ενέργεια, που υπογραμμίζει το queer υπόστρωμα της ταινίας. Αυτές οι σκηνές είναι πιο κοντά στο musical, στο βιντεοκλίπ, παρά στο παραδοσιακό κινηματογραφικό αφήγημα, και η electronic μουσική του Sune Rose Wagner ενισχύει αυτή τη διάσταση.
η παραγωγή / χρώματα, κοστούμια, μουσική:
Η σκηνογραφία των Julia Freid και Germán Naglieri δημιουργεί έναν κόσμο που είναι ταυτόχρονα hyper-real και ονειρικός. Τα χρώματα είναι κορεσμένα, οι χώροι γεμάτοι από retro λεπτομέρειες που παραπέμπουν στον Almodóvar. Τα αποδυτήρια των αναβατών—ανδρών και γυναικών—μοιάζουν με fetish clubs, οι προθερμάνσεις συνοδεύονται από Latin electronic ρυθμούς, και κάθε λεπτομέρεια φαίνεται προσεκτικά χορογραφημένη.
Τα κοστούμια της Beatriz Di Benedetto, που έχει δουλέψει σε ταινίες όπως το “The Motorcycle Diaries” και “The Two Popes”, είναι αξιοσημείωτα. Από τις υπερβολικές αθλητικές σιλουέτες μέχρι την ατημέλητη vintage αισθητική των second-hand μαγαζιών, τα ρούχα βοηθούν τη μεταμόρφωση του Remo. Το γούνινο παλτό που φοράει ο/η Dolores γίνεται σύμβολο, μία νέα “δεύτερη επιδερμίδα” που του/της επιτρέπει να εξερευνήσει μια διαφορετική ταυτότητα.
Η μουσική του Sune Rose Wagner, μια eclectic συλλογή που κυμαίνεται από pulsing electro μέχρι upbeat Spanish retro pop, λειτουργεί ως συνεχής υπόκρουση που “λειαίνει τις ανωμαλίες” της αφήγησης. Το soundtrack περιλαμβάνει τραγούδια από συγκροτήματα όπως οι Virus και τον Nino Bravo, φέρνοντας μια νοσταλγική διάσταση που ενισχύει το retro αισθητικό της ταινίας.
η υποκριτική / ένας ηθοποιός, πολλές ταυτότητες:
Ο Nahuel Pérez Biscayart, γνωστός από το “120 Beats Per Minute”, προσφέρει μία από τις πιο αξιοσημείωτες ερμηνείες της χρονιάς. Παίζει τον Remo με μία εκπληκτική deadpan αποστασιοποίηση, σχεδόν σαν να είναι ήδη ghost του εαυτού του. Όταν μεταμορφώνεται σε Dolores, ο Biscayart φέρνει μία νέα ευαισθησία, μια φροντίδα και μητρικότητα που ήταν απούσα από τον Remo. Στις φυλακές, η Dolores φροντίζει άλλους κρατούμενους, μια πράξη που αντικατοπτρίζει τη φροντίδα του/της εαυτού του/της.
Η Úrsula Corberó, γνωστή από το “Money Heist”, είναι το συναισθηματικό κέντρο της ταινίας. Παίζει την Abril με μια σκληρότητα και τρυφερότητα που την καθιστά πολύ περισσότερο από απλή “γυναίκα του πρωταγωνιστή”. Ο Daniel Giménez Cacho ως Sirena, ο gangster που κυνηγά τον Remo, προσθέτει μία absurdist διάσταση, κρατώντας συνέχεια ένα μωρό που—μυστηριωδώς—δεν μεγαλώνει και αλλάζει φυλή.
οι επιρροές / από τον Almodóvar στον Lynch:
Το Kill the Jockey είναι σαφώς επηρεασμένο από μεγάλα ονόματα του κινηματογράφου. Η σύνδεση με τον Pedro Almodóvar είναι προφανής—η προηγούμενη ταινία του Ortega, “El Ángel” (2018), είχε παραχθεί από την εταιρεία El Deseo των αδερφών Almodóvar. Η αισθητική της ταινίας, με τα κορεσμένα χρώματα, τα πλούσια κοστούμια και τα queer θέματα, θυμίζει τον πρώιμο Almodóvar.
Ωστόσο, υπάρχει επίσης μία έντονη Lynch-ιανή διάσταση. Οι σουρεαλιστικές λεπτομέρειες, ο μυστηριώδης άνδρας που επισκέπτεται τον Remo στο νοσοκομείο, η σκηνή στο horse auction που θυμίζει το Club Silencio από το “Mulholland Drive”—όλα αυτά δημιουργούν ένα αίσθημα ανησυχίας και παραδοξότητας. Επίσης, η deadpan αισθητική του Aki Kaurismäki—χάρη στη φωτογραφία του Salminen—είναι παρούσα σε κάθε καρέ.
η Βενετία και η διεθνής αναγνώριση:
Το Kill the Jockey έκανε πρεμιέρα στο 81ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, όπου διαγωνίστηκε για το Χρυσό Λιοντάρι και το Queer Lion. Κέρδισε το βραβείο Edipo Re και ειδική μνεία στο Premio CinemaSarà, ενώ στη συνέχεια κέρδισε το βραβείο Horizontes Latinos στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν. Η Αργεντινή το επέλεξε ως επίσημη υποψηφιότητα για το Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας, και έχει συγκεντρώσει 88% στο Rotten Tomatoes.
Η ταινία κέρδισε πολλαπλά βραβεία Sur Awards, συμπεριλαμβανομένων Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Α’ Ανδρικού Ρόλου, Φωτογραφίας, Σκηνογραφίας, Κοστουμιών, Μουσικής και Ήχου, επιβεβαιώνοντας ότι είναι μία ταινία που λειτουργεί σε όλα τα επίπεδα—αφηγηματικό, αισθητικό, τεχνικό.
συμπέρασμα / ένα έργο τέχνης για την ελευθερία:
Το Kill the Jockey δεν είναι ταινία για όλους. Είναι ένα φιλμ που απαιτεί υπομονή, ανοιχτό μυαλό, και διάθεση να αφεθείς σε ένα ταξίδι χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Είναι ταινία που αρνείται να δώσει απαντήσεις, που προτιμά τα ερωτήματα από τις βεβαιότητες, που θέλει να σε κάνει να αισθανθείς αντί να καταλάβεις.
Ο Luis Ortega έχει δημιουργήσει ένα έργο που είναι ταυτόχρονα crime thriller, gender-fluid love story, σουρεαλιστικό όνειρο και φιλοσοφικός στοχασμός για την ταυτότητα. Η φωτογραφία του Timo Salminen είναι εκπληκτική, κάθε καρέ μοιάζει με ζωγραφιά. Η σκηνοθεσία του Ortega είναι τολμηρή και πρωτότυπη. Τα θέματα που θίγει—η ελευθερία, η μεταμόρφωση, η αναζήτηση του εαυτού—είναι βαθιά ανθρώπινα και επίκαιρα.
Είναι μία ταινία ποιητική στον πυρήνα της. Δεν αφηγείται απλώς μία ιστορία—τη ζει, τη νιώθει, τη χορεύει. Είναι ταινία που σε προσκαλεί να δεις τον κόσμο αλλιώς, να αμφισβητήσεις τις δικές σου ταυτότητες, να ρωτήσεις τον εαυτό σου: Ποιος είμαι; Και ποιος θέλω να γίνω; Γιατί, όπως μας λέει ο Ortega, για να είσαι ελεύθερος, πρέπει να σκοτώσεις όλους τους χαρακτήρες σου—και να αρχίσεις από την αρχή.
δημιουργία εξωφύλλου:
kookoode creative



